Να ρίξουμε το τείχος.

Αν θυμάμαι καλά ήταν Δευτέρα, όταν ξαφνικά στο εταιρικό email που χρησιμοποιούσα είχε γρήγορα 3-4 ειδοποιήσεις από σχόλια συναδέλφων σε ομαδική συνομιλία. “Nikos, what do you say about this” ήταν ο τίτλος και είχε στο περιεχόμενο μονάχα ένα linκ.
 
Οδηγούσε στο περιβόητο εξώφυλλο του γερμανικού περιοδικού Focus με το υψωμένο δάχτυλο της Αφροδίτης της Μήλου, το οποίο μέχρι το απόγευμα είχε γεμίσει όλο το monitoring report που ετοίμαζα. Παρ’ ότι ήταν εξαιρετικά παιδιά όλοι, μπορεί στιγμιαία να τους έβρισα μέσα μου. Ένιωσα τέτοια ντροπή από το χαβαλέ που έκαναν για τη χώρα μου, που δε θυμάμαι όμοια της να έχω ξαναζήσει.

 

Φεύγοντας, πήρα από το μετρό το περιοδικό. Τα γερμανικά μου έφταναν για να καταλάβω το νόημα του τίτλου, αλλά προφανώς όχι το κείμενο. Νομίζω όμως, πως το πήρα περισσότερο για να έχω να θυμάμαι εκείνη τη στιγμή και το πως ένιωσα. Προαισθάνθηκα ότι με κάποιο τρόπο ήταν ένα κομβικό σημείο.
 
Την επόμενη ημέρα, στο μεταπτυχιακό ένας Καθηγητής προσπάθησε να πει ένα αποτυχημένο ψέμα και όταν δεν έπιασε είπε «αφού ζούμε την εβδομάδα των ψεμμάτων της Ελλάδας για τα στατιστικά της, καλύτερα να βάλουμε έναν Έλληνα να τα λέει, θα είναι πιο πειστικός». Ήδη μέσα μου ένιωθα άβολα. Όχι γιατί είχα κάποια ευθύνη, αλλά γιατί απλά ήμουν Έλληνας σε ένα κόσμο που εκείνη τη στιγμή μας έδειχνε με το δάχτυλο. Εκείνες τις ώρες είχα τόσο μίσος μέσα μου για αυτούς που μας έφτασαν σ’ αυτό το σημείο, που σε κάποιο βαθμό νομίζω αυτό με διαμόρφωσε. Ορκίστηκα κατά κάποιο τρόπο, ότι όπως και να είμαι, θα είμαι απέναντι τους. Είτε έφταιξαν, είτε επειδή δεν ανέλαβαν τις ευθύνες τους.
 
Τελικά εκείνη η στιγμή του 2010 στις Βρυξέλλες, δεν ήταν τίποτα μπροστά σε όσα ακολούθησαν και σχεδόν όλοι όσοι ζούσαν στο εξωτερικό έχουν πια να μοιραστούν μια ιστορία bullying λόγω της κατάντιας της χώρας τους. Τα χρόνια πέρασαν, ήρθε ο Τσίπρας και συνηθήσαμε στις διεθνείς σφαλιάρες για χάρη της «αξιοπρέπειας». Όμως εκείνο το συναίσθημα ντροπής, που νόμιζα πως το έχω κρύψει σε κάποιο συρτάρι της μνήμης και ίσως κάποια μέρα αν έκανα οικογένεια το εξιστορούσα στα παιδιά μου, μου ξαναβγήκε χθες.
 
Αυθόρμητα, σαν παλινδρόμηση. Όταν είδα τις εικόνες από το Ζάππειο, όπου ένας άνθρωπος, με τόση ευθύνη για την κατάσταση της Ελλάδας σήμερα, ύψωσε τόσο ωμά το δάχτυλο του σε όλους τους Έλληνες. Γιατί στα δικά μου μάτια, αυτή η κακοδεμένη γραβάτα που επιχείρησε να φορέσει, ήταν ένα υψωμένο δάχτυλο προς την πραγματικότητα. Ένα «σας έχω γραμμένους» σε όλους εκείνους που τον ψήφισαν για να τους βγάλει από τη γενιά των 700 ευρώ και σήμερα παρακαλάνε για 450. Μια ναπολεόντια ειρωνική αλαζονεία βασισμένη στο κατάφωρο ψέμα ότι τα μνημόνια τελείωσαν.
 
Πρόσφατα, σε μια εκδήλωση του ΕΛΙΑΜΕΠ, ο Χρίστος Δήμας τόνισε πως η υποκρισία των πολιτικών διαχωρίζεται σε δύο τάξεις: α) Σε εκείνους που την αντιλαμβάνονται ως απαραίτητο εργαλείο και τη χρησιμοποιούν συνειδητά ως μέρος της πολιτικής και β) σε όσους έχουν μπει τόσο βαθιά πλέον σ’ αυτή, στην ουσία εθίστηκαν στη χρήση της, που πια ζουν μέσα σε μια ατελείωτη αυταπάτη. Και ο Πρωθυπουργός μεθυσμένος από την εξουσία και τον ιδρυματισμό της διακυβέρνησης, πέρασε και τα δύο στάδια πολύ γρήγορα.
 
Ο ίδιος ο Τσίπρας αν θυμάμαι καλά, είχε πει σε συνέντευξη του πως αποφάσισε να μπει στην ΚΝΕ το 1989, όταν έπεσε το τείχος του Βερολίνου. Για μένα προσωπικά χθες, βλέποντας τον με τη γραβάτα, ήταν μάλλον η δική μου τέτοια στιγμή.
 
Στη χώρα χρειάζεται να μπει μια νέα γενιά στην πολιτική σήμερα που πέφτει ο Τσίπρας. Όχι απλά για να τελειώνουμε με τις μετα-κομμουνιστικές αυταπάτες, αλλά για να βεβαιωθούμε πως θα τις θάψουμε τόσο βαθιά, ώστε πάνω τους να ανθίσει περισσότερη ελευθερία και λογοδοσία. Και να μπορεί η πολιτική να βασίζεται σε κανονικούς ανθρώπους.